Αναρτήθηκε από: internationalaffairs1 | 30/05/2010

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ – ¨ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ: ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ» – 11/5/2010

Ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Μαρκεζίνης στις 11.05.2010 έδωσε μια διάλεξη στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα “Γεωπολιτική στον 21o αιώνα: Δυσχέρειες και Κίνδυνοι”.

Ακολουθεί το κείμενο της διάλεξης

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Ευχαριστίες και μια εξήγηση

Η χαρά και η τιμή που αισθάνομαι από την πρόσκλησή Σας να Σας απευθύνω λίγες λέξεις απόψε είναι μεγάλες όσο είναι και προφανείς. Πώς όμως από το συγκριτικό δίκαιο μεταπήδησα στη γεωπολιτική; Η απάντηση είναι απλή αλλά και ενημερωτική για το αποψινό μας θέμα.

Έχοντας ενασχοληθεί επί σαράντα τρία χρόνια με το συγκριτικό δίκαιο ως ερευνητής και δάσκαλος, αλλά και στο πλαίσιο της ενεργού διεθνούς δικηγορίας, διαπίστωσα προοδευτικά ότι η σύγκριση ορισμένων κανόνων δικαίου είναι σχεδόν πάντα ανεπαρκής αν δεν συνδυάζεται με ευρύτερη κατανόηση του «άλλου» συστήματος και, συγκεκριμένα, των κανόνων του για την πολιτική δικονομία, το μέγεθος των αποζημιώσεων, τη δικαστική πρακτική και, προ παντός άλλου, το συνταγματικό του δίκαιο.

Άπαξ και τα δεχθεί κανείς αυτά, για να κινηθεί προς την κατεύθυνση της διεθνούς πολιτικής και των διεθνών σχέσεων δεν απαιτείται παρά ένα επιπλέον μικρό βήμα, όπως έχω διαπιστώσει εργαζόμενος επί σειρά ετών με διεθνείς πολιτικούς, δικαστές και δημόσιους υπαλλήλους. Τα όρια, με άλλα λόγια, μεταξύ ιδιωτικού δικαίου, κοινοτικού δικαίου και συνταγματικού δικαίου έχουν σε πολλά σημεία γίνει ασαφή και, σε αρκετές περιπτώσεις, παρατηρείται το φαινόμενο που σε μία διάλεξή μου στο LSE προ είκοσι ετών χαρακτήρισα ως «δημοσιοποίηση του ιδιωτικού δικαίου».

Έτσι, όσο περισσότερο ασχολούμουν με τη διεθνή πρακτική, νομική κι πολιτική, τόσο έβλεπα τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα να επηρεάζουν το πώς λειτουργούσε στην πράξη το διακρατικό δίκαιο. Αυτή η προσπάθεια να δαμάσω, όσο ήταν δυνατόν, αυτό το πολυποίκιλο υλικό ήταν και παραμένει εξαιρετικά χρονοβόρα, μια και έπρεπε να μάθω να εισχωρώ σε άλλους τομείς της ανθρώπινης γνώσης. Ταυτοχρόνως, όμως, άρχισα να βλέπω τα πλεονεκτήματα μιας νομικής παιδείας, ιδίως όσον αφορά τη μεγαλύτερη έμφαση που αυτή δίνει στην ακριβόλογη χρήση αφηρημένων όρων και εννοιών. Το ότι αυτό έχει επιπτώσεις στον χώρο της γεωπολιτικής θα σας το δείξω αμέσως.

Ο κ. Νταβούτογλου, π.χ., για τον οποίον πλειστάκις έχω εκφράσει τον θαυμασμό μου αλλά με τον οποίον, δυστυχώς, εξίσου συχνά διαφωνώ στον χώρο της πολιτκής, έχει ισχυρισθεί ότι οι βασικές αρχές του Κορανίου δεν διαφέρουν από εκείνες που ασπάζεται ο ιουδαισμός ή και ο χριστιανισμός. Ουδόλως παράδοξο αυτό, μια και το Κοράνιο έκανε τόσο μεγάλη χρήση κειμένων και ιδεών, κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη.

Το να μεταπηδήσει όμως κανείς από αυτή την ιδέα στην επόμενη ―ότι η δικαιο-πολιτική βάση των ισλαμικών κρατών συμβιβάζεται με αυτήν των ευρωπαϊκών―, όσο ευνοϊκό και αν είναι για την επιχειρηματολογία του κ. Νταβούτογλου, δεν είναι, εντούτοις, πειστικό. Γιατί, από νομικής πλευράς, οι έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας και του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας αντιμετωπίζονται πολύ διαφορετικά από τα διάφορα ευρωπαϊκά συστήματα, πολλώ δε μάλλον από τα ισλαμικά, και γι’ αυτό, άλλωστε, η Τουρκία έχει αντιμετωπίσει τόση δυσκολία να προσαρμόσει το δίκαιό της στις απαιτήσεις της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, η νομική χρήση των όρων, μαζί με το συγκριτικό δίκαιο, μπορούν σε αυτές τις περιπτώσεις να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση της σύγχρονης γεωπολιτικής. Και αυτή η συμβίωση δικαίου και πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων, που συνήθως διέπονται από το αγγλοαμερικανικό δίκαιο, είναι πάρα πολύ αισθητή μια και τα δίκαια αυτά κυριαρχούν στους χρηματιστηριακούς, τραπεζικούς και εμπορικούς τομείς.
2. Προειδοποιήσεις

Ήδη πρέπει να αρχίζετε να βλέπετε πως τα κείμενα γεωπολιτικής είναι γεμάτα παγίδες, τις οποίες οι μεν συγγραφείς μπορεί να έχουν θέσει ακουσίως ή σκοπίμως, ο δε αναγνώστης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποφεύγει. Έτσι, όσο αναλύει κανείς τα κείμενα που δημοσιεύονται τόσο πρέπει να συνυπολογίζει στην αξιολόγησή του το είδος και το βάθος των γνώσεων που έχει ο συγγραφέας, τη διανοητική ειλικρίνειά του, καθώς και τις εγγενείς δυσκολίες που συνοδεύουν το εξεταζόμενο θέμα (συνηθέστερη από τις οποίες είναι η έλλειψη αξιόπιστων πληροφοριών).

Αντίθετα με τον μέσο αναγνώστη, ο οποίος δεν μπορεί να γνωρίζει την ύπαρξη ή την έκταση αυτών των διαστρεβλωτικών, παρασκηνιακών επιρροών, ο γνήσιος μελετητής είναι σε θέση να τις εντοπίζει και πρέπει πάντοτε να προφυλάσσει τους άλλους από αυτές.

Ο καλύτερος τρόπος χειρισμού αυτών των κινδύνων είναι, αφενός, να αποφεύγει ο συγγραφέας τούς «προσεταιρισμούς» αυτού του είδους και, αφετέρου, να αποκαλύπτει στους αναγνώστες του τις δικές του προκαταλήψεις και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, που και αυτές, με τη σειρά τους, ενδέχεται να καθιστούν τη δική του κρίση λιγότερο αξιόπιστη ή ακόμη και ύποπτη.

Από τα ελάχιστα που έχω αναφέρει μέχρι τώρα, πρέπει να έχει γίνει σαφές ότι η γεωπολιτική είναι ένα ευρύτατος και περίπλοκος γνωστικός κλάδος. Κατά την παρουσίασή του στο κοινό, όμως, παραμένει ένα μεθοδολογικά δυσεπίλυτο πρόβλημα: οφείλει άραγε να προσεγγίζει κανείς το κεντρικό θέμα του κατά τρόπον αφηρημένο και φιλοσοφικό ή μέσω λεπτομερών και διεπιστημονικών παραδειγμάτων;

Στην παρούσα ομιλία, επέλεξα τη δεύτερη οδό και, μολονότι οι επιλογές είναι απεριόριστες, αποφάσισα να επικεντρωθώ στο Ιράν και στη Ρωσία επειδή οι δύο αυτές χώρες θέτουν σημαντικές (αν και διαφορετικές) προκλήσεις για όλους μας. Η μελέτη τους όμως μπορεί να καταδείξει εναργώς και τον περίπλοκο χαρακτήρα των γεωπολιτικών μελετών. Η συγκριτική μελέτη των δύο χωρών θα μας δώσει την ευκαιρία να εξετάσουμε τους κινδύνους που συνοδεύουν τη μελέτη αυτού του νέου κλάδου.

Πριν αρχίσω, οφείλω άλλη μία γενική διευκρίνιση: προσωπικά, δεν έχω πειστεί διόλου από τον ισχυρισμό ότι οι τόσο διαδεδομένες ―αλλά ενίοτε απροσδιόριστες― λέξεις «παγκοσμιοποίηση», «πολυμέρεια», «περιφερειακή» ή «παγκόσμια συνεργασία» πρόκειται να μειώσουν τις συγκρούσεις στον κόσμο του αύριο. Η άποψη του Ηράκλειτου, σύμφωνα με την οποία «Πόλεμος πάντων πατήρ», ισχύει σήμερα όσο ίσχυε και όταν πρωτοδιατυπώθηκε, πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, αν και, ασφαλώς, η αντιπαλότητα δεν είναι απαραίτητο να προσλαμβάνει πάντοτε τη μορφή της στρατιωτικής αναμέτρησης.

Παραδέχομαι, βεβαίως, ότι οι ιδέες αυτές αποτελούν το σημείο εκκίνησης του τρόπου σκέψης μου. Μολονότι πολλοί θα διαφωνήσουν διαρρήδην με αυτόν τον τρόπο σκέψης, θεωρώ ότι τούτος αναπόφευκτα με οδηγεί στη δεύτερη βασική μου θέση, σύμφωνα με την οποία η σταθερότητα και η ηρεμία θα αποκατασταθούν σε παγκόσμιο επίπεδο όταν επιτευχθεί μια διεθνής ισορροπία μεταξύ (σχεδόν) ίσων δυνάμεων πολύ καλύτερη από αυτή που επικράτησε κατά την περίοδο της αμερικανικής παντοδυναμίας της δεκαετίας του 1990.

Το λέγω αυτό με αυτοπεποίθηση, μια και έχω επισημάνει το παράδοξο ότι ο Ψυχρός Πόλεμος, παρά τη θλιβερή καταπίεση των λαών και τη κατασπατάληση πόρων σε εξοπλιστικά προγράμματα, κατάφερε, μέσα από τη συνακόλουθη ισορροπία δυνάμεων, να προστατεύσει την παγκόσμια ειρήνη επί σαράντα πέντε σχεδόν χρόνια.

Η περίοδος αυτή διήρκεσε, για την ακρίβεια, όσο και η περίοδος ηρεμίας που επικράτησε στην Ευρώπη μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους (1815-1870), τον Γαλλογερμανικό Πόλεμο και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1871-1914). Εξεταζόμενη από αυτή την άποψη, η ψυχροπολεμική κατάσταση δεν ήταν κακή∙ και έρχεται μάλιστα σε έντονη αντίθεση με την αύξηση πολέμων και εισβολών σε εδάφη κυρίαρχων κρατών κατά την περίοδο, μετά το 1991, όπου η Αμερική είχε τον έλεγχο όλης της δύναμης.

Σας θυμίζω έτσι εν τάχει την εισβολή στον Παναμά το 1989, τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο του 1991, στη Σομαλία το 1992, στην Αϊτή το 1994, στη Βοσνία (που βομβαρδίστηκε από το NATO) το 1995, στο Ιράκ, στο πλαίσιο της Επιχείρησης «Αλεπού της Ερήμου», το 1998, στο Κοσσυφοπέδιο το 1999, στο Αφγανιστάν το 2001, στο Ιράκ το 2003, καθώς και την επέκταση των αφγανικών βομβαρδισμών στο Πακιστάν από το 2008 και ύστερα. Σε αυτόν τον κατάλογο δεν έχω συμπεριλάβει τις περιπτώσεις διαμάχης «δι’ αντιπροσώπου», όπως ήταν π.χ. η ισραηλινή εισβολή στη Λωρίδα της Γάζας που έγινε με την ανοχή της Αμερικής.
Οι ανωτέρω παρατηρήσεις αποδεικνύουν, δύο πράγματα: πρώτον, την επέκταση στην παγκόσμια σκηνή της διάσημης φράσης του λόρδου Acton «η εξουσία διαφθείρει∙ η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα»∙ δεύτερον, τον επικίνδυνα «εξωστρεφή» προσανατολισμό του σύγχρονου αμερικανικού «εθνικισμού», όπως αυτός αναπτύχθηκε από τους Αμερικανούς νεοσυντηρητικούς θεωρητικούς μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Διότι ακριβώς στις αντίθετες έννοιες της εσωστρέφειας / εξωστρέφειας έγκειται η βασική διαφορά μεταξύ «πατριωτισμού» και «εθνικισμού». Πράγματι, η πρώτη ιδέα ορίζεται χαρακτηριστικά ως κατ’ ουσίαν συντηρητική ―η επιθυμία να διατηρήσεις και να υπερασπιστείς τη χώρα σου ως ακριβώς έχει―, ενώ η δεύτερη είναι μάλλον μια αφηρημένη και, πολλές φορές, απραγματοποίητη και εξωστρεφής ιδέα για την αποστολή της χώρας σου και της ανθρωπότητας.

Θα αρχίσω, λοιπόν, με το Ιράν, διότι αποτελεί τόσο μεγάλο κίνδυνο, και θα τελειώσω με τη Ρωσία, διότι αποτελεί τόσο μεγάλη ευκαιρία.
ΙΙ. Ο περίπλοκος χαρακτήρας της γεωπολιτικής

Οι δυσχέρειες πηγάζουν από τρία προβλήματα: (1) την ανάγκη συνδυασμού γνωστικών δεδομένων από διάφορους κλάδους του επιστητού∙ (2) την ταχύτητα της αλλαγής των γεγονότων∙ και (3) την αξιολόγηση του υποβάθρου και των προγραμματικών στόχων εκείνων που εμπλέκονται στον γεωπολιτικό σχεδιασμό ή σχολιασμό.
(1) Η ανάγκη συνδυασμού γνωστικών δεδομένων από διάφορους κλάδους του επιστητού

(α) Στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν. Την τελευταία διετία ή τριετία έχουν ενταθεί και πολλαπλασιασθεί οι συζητήσεις για μια ενδεχόμενη ένοπλη σύρραξη. Το Ιράν έχει επίσης υπερβεί σε σημασία τους άλλους ανεπιτυχείς πολέμους των ΗΠΑ, δηλαδή (κατά χρονολογική σειρά) το Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Πακιστάν. Τους χαρακτηρίζω ανεπιτυχείς γιατί ήμουν από τους πρώτους ―στην Ελλάδα, τουλάχιστον― που προέβλεψαν την καταστροφική τους εξέλιξη. Τούς τονίζω επίσης γιατί γνωρίζω την τεράστια επικοινωνιακή εκστρατεία που ήδη καταστρώνεται αυτήν τη στιγμή, για να παρουσιαστεί η αμερικανική «αποχώρηση» από το Αφγανιστάν ως σοφή πολιτική απόφαση η οποία σηματοδοτεί το τέλος μιας «ολοκληρωμένης δουλειάς», παρά το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, κανένας από τους αρχικώς διακηρυχθέντες στόχους δεν επιτεύχθηκε. (Οι στόχοι ήταν: (α) η ήττα των Ταλιμπάν, (β) η σύλληψη του Οσάμα Μπιν Λάντεν, (γ) η καταστολή του εμπορίου οπίου και (δ) η εγκατάσταση ενός δημοκρατικού καθεστώτος.
Ο λόγος που ξεκινώ την παρουσίασή μου για το Ιράν αναφερόμενος στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Πακιστάν είναι ότι θέλω να τονίσω την αδυναμία του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου να συνειδητοποιήσει ότι: (1) δεν μπορεί πλέον να διεξαγάγει, όπως υπερηφανευόταν κάποτε, δυόμισι υπερπόντιους πολέμους ταυτοχρόνως· (2) αυτοί οι πρώτοι τρεις πόλεμοι έχουν εξαντλήσει την Αμερική από ηθική, στρατιωτική και οικονομική άποψη· (3) απέτυχαν στρατιωτικά διότι, σε όλες τις περιπτώσεις, οι σχεδιαστές τους, παρότι είχαν πρόσβαση σε άριστους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, δεν κατάφεραν να αποτιμήσουν ούτε τα προηγούμενα σφάλματά τους ούτε και, προπάντων, το πόσο απομονωμένοι είναι σήμερα στα μάτια όλου του κόσμου∙ και (4) δεν συνειδητοποίησαν ότι το πλέον επιτακτικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν, η λύση του οποίου θα συνέβαλε και στη λύση όλων των υπολοίπων, ήταν να επιτύχουν μια ουσιαστική διευθέτηση με τη Ρωσία του κ. Πούτιν.

Η Αμερική όμως όχι μόνον απέτυχε να «συνδεθεί με τη Ρωσία εποικοδομητικά», αλλά, κυρίως με παρώθηση των δεξιών ΜΜΕ, επέλεξε να προκαλεί συνεχώς προβλήματα στις παρυφές της παλαιάς ρωσικής αυτοκρατορίας. Έτσι, η παρούσα υποενότητα δεν σχετίζεται με το τι δεν πήγε καλά κατά το πρώτο έτος της θητείας του Obama, αλλά αποτελεί μιαν άσκηση στον τομέα της «διορατικής γεωπολιτικής», εστιαζόμενη στο τι μπορεί να πάει ακόμη χειρότερα εάν ο αμερικανικός «εθνικισμός» δεν τεθεί υπό έλεγχο.

(β) Αγνοώντας τα διδάγματα από άλλα υπερπόντια εγχειρήματα. Η ιστορία δείχνει ότι, εάν κάνεις το πρώτο βήμα σε μια κακοσχεδιασμένη υπερπόντια σύρραξη, αναπόφευκτα θα κάνεις σύντομα και το επόμενο βήμα και, μετά, το μεθεπόμενο, κι έτσι, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, θα βρεθείς βυθισμένος σε έναν κόσμο τον οποίο δεν κατανοείς πλήρως και σε έναν πόλεμο τον οποίο δεν έπρεπε να έχεις καν ξεκινήσει.

Το Βιετνάμ αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεδομένου μάλιστα ότι αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα για την τακτική της ίδιας της Αμερικής, θα έπρεπε να είχε γίνει αντικείμενο πολύ πιο σοβαρής μελέτης. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές της κλιμάκωσης του Πολέμου στο Βιετνάμ ―ο υπουργός Αμύνης Robert McNamara― πέρασε μεγάλο μέρος των τελευταίων χρόνων της ζωής του αναγνωρίζοντας δημοσίως τα αμερικανικά ―αλλά και τα προσωπικά του― λάθη σε αυτό το μέτωπο.

Στο Αφγανιστάν, όμως, δεν αγνοήθηκαν μόνο τα μαθήματα του Βιετνάμ Αγνοήθηκαν επίσης οι μακρές και ανεπιτυχείς προσπάθειες των Άγγλων και πιο πρόσφατα των Ρώσων.

(γ) Γεωπολιτική και αλληλένδετες δυσκολίες. Τα θέματα που θίξαμε στις προηγούμενες παραγράφους καθιστούν σαφές το πόσο αναγκαίο είναι οι σχεδιαστές εξωτερικής πολιτικής να έχουν εντρυφήσει στην ιστορία.

Η γεωπολιτική όμως απαιτεί και γνώσεις από άλλους τομείς του επιστητού, όπως είναι, εν προκειμένω, η γεωγραφία και η εθνογραφία. Συνδέω αυτές τις έννοιες, διότι επιβεβαιώνουν ένα συμπέρασμα, δηλαδή ότι, γεωγραφικά, εθνολογικά και ιστορικά, το Αφγανιστάν είναι ―και, αποτολμώ να προβλέψω, θα παραμείνει― αδύνατον να γίνει ένα σύγχρονο, ενωτικό, δημοκρατικό κράτος. Η μόνη μορφή διακυβέρνησης που θα μπορούσε να είναι πιθανή για αυτήν τη χώρα είναι ένα είδος χαλαρής, φυλετικά διαφοροποιημένης, συνομοσπονδίας.

(δ) Το εβραϊκό λόμπι εισέρχεται και πάλι στη σκηνή. Η Αμερική δεν φαίνεται να έμαθε το μάθημα από αυτούς τους πολέμους και έχει αρχίσει ήδη να σύρεται σε μια νέα σύγκρουση: με το Ιράν. Έδωσα έμφαση στη λέξη «σύρεται», παρά το γεγονός ότι μοιάζει ίσως αταίριαστη για μια υπερδύναμη σαν την Αμερική. Πιστεύω ωστόσο ότι είναι αρκετά ακριβής εν προκειμένω, μια και το Ισραήλ, εδώ και καιρό, έχει εντείνει τη ρητορική του σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζει το Ιράν και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να σύρει την Αμερική στην οδό της στρατιωτικής αναμέτρησης.

Ασφαλώς, το Ισραήλ δεν είναι επ’ ουδενί η μόνη δύναμη που ευθύνεται για την υποβόσκουσα αυτή κρίση. Είναι αναντίρρητο ότι και το ίδιο το Ιράν, εδώ και καιρό, προβαίνει σε μια σειρά από απαράδεκτες δηλώσεις για το τι πρόκειται να πάθει το Ισραήλ. Τον ισραηλινό φόβο για ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν τον συμμερίζονται και αρκετές άλλες χώρες, περιλαμβανομένων και μερικών ευρωπαϊκών. Κατά κύριο λόγο, όμως, ο φόβος αυτός επικρατεί στην Αραβική Χερσόνησο.

Εντούτοις, καμία από τις χώρες αυτές δεν έχει υιοθετήσει δημοσίως τη σφοδρή ρητορική του Ισραήλ∙ καμία δεν έχει απειλήσει το Ιράν με ένοπλη σύρραξη, όπως απερίφραστα το έχει απειλήσει το Ισραήλ∙ καμία δεν έχει πίσω της ιστορικό «προληπτικών» και ανεξουσιοδότητων στρατιωτικών επεμβάσεων σε κυρίαρχα κράτη, όπως έχει το Ισραήλ∙ τέλος, ελάχιστες από αυτές τις χώρες ―και η παρατήρηση αφορά και μερικά αραβικά κράτη― έχουν δώσει τη δέουσα προσοχή στο επιδεινούμενο Παλαιστινιακό Ζήτημα, γεγονός το οποίο αποτελεί ιδανική ευκαιρία για τους Ιρανούς ώστε να ασκήσουν αυτό το είδος μαχητικότητας.

Όλα αυτά, βεβαίως, δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την ιρανική απειλή περί αφανισμού του Ισραήλ. Παράλληλα, όμως, ούτε και ο πραγματικός, επικείμενος ή ―σύμφωνα με άλλους― υποθετικός ακόμη κίνδυνος που μπορεί να θέσει το Ιράν στη Μέση Ανατολή δικαιολογεί την αδιαφορία που επιδεικνύει η Δύση, και ειδικά η Αμερική, προς τις μονομερείς και επανειλημμένα προκλητικές ενέργειες του ίδιου του Ισραήλ στη γειτονιά του. Και στις ενέργειες αυτές περιλαμβάνεται η διαρκώς εντεινόμενη εποικιστική πολιτική του.

Ο Πρόεδρος Obama εξακολουθεί να είναι συνετός, πιστός στη συναινετική φιλοσοφία του, αλλά, παράλληλα, ανήμπορος να προβάλει πλήρεις (ή σταθερές) αντιστάσεις στο ισχυρό εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ, ιδίως καθώς πλησιάζουν ταχέως οι ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου.

Φοβούμαι, λοιπόν ειλικρινά, ότι ο κ. Obama κινδυνεύει από αυτήν τη διελκυστίνδα. Μάλιστα, ένας λόγος που ενδέχεται να ανατραπεί η προσπάθειά του να αποφύγει τη στρατιωτική επέμβαση είναι ότι η εναλλακτική οδός ―η ιδέα του για «συντριπτικές κυρώσεις» προορισμένες να συνετίσουν το Ιράν― μπορεί να αποδειχθεί ατελέσφορη για γεωπολιτικούς λόγους. Για να το θέσω κατά τρόπο διαφορετικό, συμβατό όμως με τα κεντρικά θέματα αυτής της διάλεξης, η γεωπολιτική κρίση έχει αρχίσει να γίνεται βαθύτερη διότι έχει επίσης αρχίσει να γίνεται ευρύτερη.

(ε) Η προσοχή στρέφεται στην ιδέα του εμπάργκο. Η επιθυμία του Προέδρου Obama να αποφύγει την ένοπλη σύρραξη, καθώς και η φαινομενική στήριξη που του προσφέρουν κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες υπέρ της επιβολής του εμπάργκο, ανέδειξαν την ιδέα των «συντριπτικών κυρώσεων», όπως θέλησαν να τις ονομάσουν κάποιοι Αμερικανοί «νταήδες».

Ως ιδέα, ήταν όντως πολύ έξυπνη· και τούτο, διότι οι προτεινόμενες κυρώσεις δεν θα εμπόδιζαν τις ιρανικές εξαγωγές (και άρα δεν θα επηρέαζαν τις δυτικές οικονομίες) αλλά τις ιρανικές εισαγωγές βενζίνης. Έτσι, σκοπό θα είχαν να εξαντλήσουν πλήρως τα αποθέματα βενζίνης του Ιράν, το οποίο χρειάζεται περί τα 180.000 βαρέλια βενζίνη ημερησίως, μια και το ίδιο στερείται της δυνατότητας διύλισης αργού πετρελαίου. Μπορεί όμως αυτό να ίσχυε στη θεωρία, αλλά πόσο εφικτό θα αποδεικνυόταν στην πράξη;

(στ) Μπορεί να επιβληθεί ένα αποτελεσματικό εμπάργκο; Κατά την άποψή μου, η αδυναμία επιβολής ενός αποτελεσματικού εμπάργκο δεν σχετίζεται μόνο με το ενδεχόμενο ότι και η Κίνα και η Ρωσία έχουν περίσσειες εγκαταστάσεις διύλισης και, άρα, την ικανότητα να εφοδιάσουν το Ιράν με τις ποσότητες που αυτό χρειάζεται, ασχέτως του τι θα αποφασίσουν να κάνουν η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία υπό την πίεση των Αμερικανών. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι και οι δύο αυτές χώρες ―η Ρωσία και η Κίνα― μπορεί να έχουν τους δικούς τους λόγους για να θελήσουν να ασκήσουν πιέσεις στην Ουάσινγκτον χρησιμοποιώντας το ζήτημα του Ιράν. Μολονότι επί του παρόντος (τέλη Μαρτίου 2010) η Κίνα δείχνει περισσότερο αρνητικά προδιατεθειμένη από ό,τι η Ρωσία, τίποτε δεν έχει παγιωθεί ακόμη. Επανέρχομαι, έτσι, στον ισχυρισμό μου ότι η Αμερική, αν και τεχνολογικά πανίσχυρη, δεν είναι η παγκόσμια δύναμη που τόσο η ίδια όσο και πολλοί άλλοι πίστευαν ότι ήταν, άπαξ και μετακινηθούμε πέραν του τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας.

Επανερχόμαστε στη γεωπολιτική και, ειδικότερα, στην επιθυμία της Ρωσίας να πείσει την Αμερική να σταματήσει να «μπαίνει στα χωράφια» της: μέχρι πρόσφατα, σε αυτά περιλαμβάνονταν η Ουκρανία, η Γεωργία και, ενδεχομένως, οι χώρες της Βαλτικής. Η Ρωσία όμως έχει πλέον ξανακερδίσει την αφοσίωση της Ουκρανίας, ενώ οικοδομεί επίσης μια ισχυρή τελωνειακή ένωση με τη Λευκορωσία και το Καζακστάν, εξασφαλίζοντας έτσι ελεύθερη πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και στην Κασπία Θάλασσα, καθώς και στην ιστορική περιοχή που παρεμβάλλεται μεταξύ της ίδιας, της Ευρώπης, της Ασίας και του ισλαμικού κόσμου.

Κατά την άποψή μου, είναι επίσης ζήτημα χρόνου να «πέσει» στην αγκαλιά της και η Γεωργία. Τότε, κατά την άποψή μου, το πραγματικά σύνθετο ερώτημα θα είναι κατά πόσον τα κράτη της Βαλτικής μπορούν να συνεχίσουν να αρνούνται κάποιου είδους συμβιβασμό με τη Μόσχα, δεδομένων ιδίως των σημερινών οικονομικών τους δυσκολιών. Η Λετονία, επίσης, αντιμετωπίζει σήμερα σημαντικά οικονομικά προβλήματα, τα οποία μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο το σύμφωνο οικονομικής σταθερότητας (αξίας 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ) που έχει κλείσει η χώρα αυτή με το ΔΝΤ.

Έτσι, καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, παραμένει ασαφές τι άλλο θα ζητήσουν οι Ρώσοι από την Αμερική για να υποστηρίξουν την επιβολή «συντριπτικών κυρώσεων» στο Ιράν. Όσον αφορά την Κίνα, θα αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολο να πειστεί η χώρα αυτή να συμμετάσχει σε μιαν αποτελεσματική πολιτική κυρώσεων, και τούτο, κυρίως διότι η αξία της εμπορικής της σχέσης με την Τεχεράνη ανέρχεται ετησίως στα 27 δισεκατομμύρια δολάρια.

(ζ) Παράκαμψη των κυρώσεων. Οι δυσκολίες της συμφωνίας ως προς τις «συντριπτικές κυρώσεις» εγείρουν μια σειρά από άλλα ζητήματα, που όλα τους σχετίζονται με την πολυδοκιμασμένη πρακτική της παράκαμψης των κυρώσεων. Την πρακτική αυτήν θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να την εφαρμόσουν (1) μία από τις βασικές πρωταγωνίστριες ―η Ρωσία ή η Κίνα― χρησιμοποιώντας τα κράτη-δορυφόρους της∙ (2) αναξιόπιστες χώρες όπως η Βενεζουέλα, (3) ναυτιλιακές εταιρείες που λειτουργούν με βάση την Ελβετία, την Ινδία ή την Ινδονησία.

Η σπουδαιότητα του 3ου ζητήματος, ανωτέρω, δεν μπορεί να υποβαθμισθεί, εφόσον ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχει πολύ μεγάλο πλεόνασμα σκαφών (σε σύγκριση με τη ζήτηση για πετρέλαιο) τα οποία και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αυτόν τον σκοπό από εμπόρους που, κατά το παρελθόν, έχουν εξειδικευθεί στην παράκαμψη κυρώσεων. Ασφαλώς, σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ασφάλιστρα θα εκτινάσσονταν στα ύψη, αντανακλώντας τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν τα συγκεκριμένα πλοία. Τα μεγάλα ρίσκα, όμως, φέρνουν τεράστια και κέρδη, και όταν ισχύει αυτό, η παράκαμψη κυρώσεων συνήθως λειτουργεί αποτελεσματικά.

(η) Επιστροφή στις στρατιωτικές ιδέες. Αφ’ ης στιγμής μια κυβέρνηση φτάσει σε αυτό το στάδιο πολιτικού σχεδιασμού και συνειδητοποιήσει τους κινδύνους και τα κενά κάθε πολιτικής η οποία βασίζεται στις κυρώσεις, τότε είτε αναγκάζεται να μετριάσει την προτεινόμενη πολιτική κυρώσεων ―οι οποίες σήμερα έχουν μετονομαστεί σε «έξυπνες κυρώσεις»― είτε, πάλι, να στρέψει την προσοχή της σε στρατιωτικές εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες, στην προκειμένη περίπτωση, περιπλέκονται σημαντικά λόγω του γεγονότος ότι οι δύο χώρες που ηγούνται της αντιιρανικής εκστρατείας ―δηλαδή οι ΗΠΑ και το Ισραήλ― δεν αντιλαμβάνονται, όπως προείπα, την ιρανική απειλή με τον ίδιον ακριβώς τρόπο.

Αυτή η απόκλιση απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ οδηγεί στο σχεδόν ανεπίλυτο δίλημμα κατά πόσον το Ισραήλ θα μπορούσε/θα ήθελε να αντιμετωπίσει μόνο του την υποτιθέμενη ιρανική απειλή εάν οι ΗΠΑ, μη έχοντας εξασφαλίσει τις επιθυμητές κυρώσεις, επέλεγαν, προς το παρόν, να μην επιμείνουν περαιτέρω ως προς το όλο ζήτημα.

(θ) Οι κίνδυνοι μιας μονομερούς ισραηλινής κίνησης. Σε κάποιο άλλο κείμενό μου, συμπέρανα ότι το πιθανότερο στρατιωτικό σενάριο θα ήταν το Ισραήλ να προσπαθήσει να σύρει την Αμερική στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που θα αποφάσιζε να εξαπολύσει κατά του Ιράν.

Οι συνέπειες μιας τελικής πολεμικής διεύρυνσης θα ήταν ολέθριες για την εικόνα της Αμερικής και του Ισραήλ τόσο στη συγκεκριμένη περιοχή όσο και στο σύνολο του κόσμου και θα είχε καταστροφικά επακόλουθα για την αργή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει προσεκτικά τον αμερικανικό χειρισμό της προτεινόμενης επιβολής εμπάργκο στο Ιράν θα έχει οπωσδήποτε διαπιστώσει την επενέργεια δύο συγκεκριμένων παραγόντων.

Ο πρώτος είναι οι συνεχείς και, κατά τα φαινόμενα, εντεινόμενες ισραηλινές πιέσεις προς τις ΗΠΑ ώστε να πιέσουν, με τη σειρά τους, το Ιράν∙ ο δεύτερος είναι η επιδέξια ―μέχρις ώρας― αποφυγή εκ μέρους του Προέδρου Obama να υποκύψει σε αυτές τις ισραηλινές πιέσεις.

Η υπομονή που δείχνει ο κ. Obama προς το Ισραήλ είναι κάτι περισσότερο από αξιοθαύμαστη: αποτελεί, πράγματι, ενδιαφέρον παράδειγμα του στυλ και της φιλοσοφίας του στο πεδίο της διπλωματίας. Βεβαίως, το πόσο θα διαρκέσει αυτή η στάση αποτελεί τελείως διαφορετικό ζήτημα, πολλώ δε μάλλον καθώς το Ισραήλ, μέσα στην απόγνωσή του, έχει πλέον επιλέξει να αναβιώσει την εποικιστική πολιτική του, προκαλώντας έτσι νέα προβλήματα για τους Αμερικανούς και την εικόνα τους στη Μέση Ανατολή.

Παραμένει επίσης άγνωστος ο βαθμός στον οποίο το Ιράν έχει καταφέρει να δημιουργήσει αποθέματα βενζίνης για να αντισταθμίσει την πιθανή διακοπή του εφοδιασμού του, αλλά είναι γνωστό ότι, κατά τους τελευταίους πέντε ή έξι μήνες, ορισμένες χώρες εφοδιάζουν ήδη το Ιράν με ποσότητες βενζίνης πολύ μεγαλύτερες από τις συνήθεις. Χρησιμοποιώντας τις ποσότητες αυτές με φειδώ και σύνεση, το Ιράν μπορεί να κερδίσει αρκετό χρόνο ώστε να κάμψει την εμμονή ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών στην πολιτική των κυρώσεων.

Τέλος, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πιθανή αντίδραση του Ιράν σε περίπτωση που το εμπάργκο αποδειχθεί αποτελεσματικό. Ωστόσο, γνωρίζουμε ήδη ―όπως γνωρίζουν και οι Αμερικανοί― ότι το Ιράν είναι ικανό να αντιδράσει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι κυμαίνονται από το κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ έως την ανάμειξή του στο Ιράκ και την επακόλουθη καθυστέρηση της πολυαναμενόμενης αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων, ή την πρόκληση προβλημάτων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής με τη βοήθεια των διαφόρων «αντιπροσώπων» του στον Λίβανο, στη Γάζα και στην Υεμένη.
(2) Η ταχύτητα της αλλαγής ή Η έλλειψη σταθερών

Τα προαναφερθέντα επιχειρήματα ανέδειξαν την ανάγκη των σύγχρονων γεωπολιτικών σχεδιαστών να έχουν ευρύτατες γνώσεις από πολλούς γνωστικούς κλάδους. Οι δυσκολίες τους όμως δεν σταματούν εδώ. Οι γεωπολιτικοί σχεδιαστές οφείλουν επίσης να αντεπεξέρχονται στην ταχύτητα με την οποία εκδηλώνονται οι «ανεξάρτητες» πρωτοβουλίες πολλών (και όχι μόνο των μεγαλύτερων) χωρών σε μια διαρκώς διευρυνόμενη γεωγραφική περιοχή ― και τούτο σημαίνει ότι το τοπίο που μελετούν αλλάζει από ώρα σε ώρα. Αναφέρω ενδεικτικά παραδείγματα.

(a) Μονομερής ισραηλινή υπερδραστηριότητα. Επιδεικνύοντας ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στην Αμερική, το Ισραήλ, τα τελευταία χρόνια, επεξέτεινε τις δραστηριότητές του ακόμη και στην Ανατολική Ευρώπη, σε υποθέσεις εξοπλισμών, εκμεταλλευόμενο τις ανησυχίες αυτών των κρατών.

(β) Η ισραηλινή προπαγάνδα ευρίσκεται σε πλήρη δραστηριότητα. Την στιγμή που η Δύση ΔΕΝ είναι καλά πληροφορημένη όσον αφορά την εσωτερική κατάσταση στο Ιράν, η παραπληροφόρηση που επιχειρείται ενέχει πολλούς κινδύνους.

(γ) Το Ιράν δραστηριοποιεί τους «δορυφόρους» του σε όλη τη Μέση Ανατολή, δηλ. τον Λίβανο, την Παλαιστίνη, την Υεμένη, το Νότιο Ιράκ. Η σπουδαιότητα αυτού του γεγονότος δεν έγκειται τόσο στη στρατιωτική σημασία του, αλλά στην απειλή που υποτίθεται ότι αποτελεί ο ιρανικός «ηγεμονισμός» στις σημαντικότερες χώρες της περιοχής, όπως είναι η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με συνέπεια αυτές οι χώρες να πιέζουν τους Αμερικανούς είτε για νέους εξοπλισμούς είτε και για στρατιωτική επέμβαση.

(3) Η αξιολόγηση του υποβάθρου και των προγραμματικών στόχων των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται στον γεωπολιτικό σχεδιασμό ή σχολιασμό

Ο τρόπος κατά τον οποίο προετοιμάζεται η κοινή γνώμη για μια σύγκρουση, καθώς και ο τρόπος που αυτή επηρεάζει με τη σειρά της την τελική απόφαση, συνιστούν ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα, το οποίο, όμως, μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον εάν γνωρίζει κανείς το υπόβαθρο ―φυλετικό, θρησκευτικό, πολιτικό, ιδεολογικό― των ανθρώπων που διαμορφώνουν αυτές τις πολιτικές, παρέχουν συμβουλές ή γράφουν σχετικά με αυτές.

Οι επιρροές αυτές, τις οποίες μπορούν να υποψιαστούν μερικοί, σε όλες τις περιπτώσεις μπορούν να αποδειχθούν πραγματικές μόνον εφόσον παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα. Αν και αφθονούν τα παραδείγματα αυτής της απροκάλυπτα ασκούμενης προπαγάνδας ή παραπληροφόρησης, το ακόλουθο παράθεμα από τα απομνημονεύματα του διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας New York Times, Max Frankel, ενός αξιόλογου διαμορφωτή της γνώμης πολλών φιλελεύθερων αναγνωστών, είναι αρκετά αποκαλυπτικό. Ειδικότερα, ο κ. Frankel ομολογεί ότι, παίρνοντας αποφάσεις ως διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας του: «Ήμουν πολύ πιο βαθιά αφοσιωμένος στο Ισραήλ από όσο τολμούσα να παραδεχτώ. […] Ενισχυόμενος από τις γνώσεις μου για το Ισραήλ και τις εκεί φιλίες μου, έγραψα εγώ ο ίδιος τους περισσότερους σχολιασμούς της εφημερίδας για τη Μέση Ανατολή. Και, όπως διαπίστωσαν περισσότεροι Άραβες παρά Εβραίοι αναγνώστες, τους έγραψα από φιλοϊσραηλινή σκοπιά».

Η επιρροή που ασκείται μέσω των ερευνητικών ινστιτούτων δεν είναι λιγότερο ισχυρή, αν και δεν είναι πάντοτε προφανής σε όλους. Οι καθηγητές Mearsheimer και Walt διατυπώνουν διεξοδικά αυτό το επιχείρημα και απαριθμούν εν συνεχεία μερικά από τα σημαντικότερα ερευνητικά ινστιτούτα του κόσμου, επισημαίνοντας την επιρροή που τους ασκούν (σε διάφορους βαθμούς) τα εβραϊκά συμφέροντα. Το ίδιο ισχύει για ερευνητικά ινστιτούτα που χρηματοδοτούνται από το κράτος, με τον κίνδυνο να μεγαλώνει όταν τα ποσά τηρούνται μυστικά.

Μερικά διαπρεπή αλλά χρηματοδοτούμενα ιδιωτικά αμερικανικά ιδρύματα έχουν επιπλέον δεχτεί την κατηγορία ότι χρησιμοποιούν την οικονομική ευρωστία τους για να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ.

Το γεγονός ότι οι χρηματοδότες, οι πολιτικοί οργανισμοί και άλλες ομάδες πίεσης μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον χρόνο τους, τα χρήματά τους και την επιρροή τους για να προωθήσουν ελεύθερα τις πολιτικές πεποιθήσεις τους είναι προφανώς επιτρεπτό σε κάθε δημοκρατία (υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζεται μια σειρά νόμων και κανονισμών περί χρηματοδότησης από λόμπι, εκλογικής χρηματοδότησης κ.ο.κ.). Το γεγονός όμως ότι η λειτουργία τους είναι νόμιμη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και ότι οι μελέτες τους είναι αντικειμενικές.
ΙΙΙ. Μερικές ακόμη σκέψεις για τον γεωπολιτικό σχεδιασμό και σχολιασμό

Δεδομένης της άποψής μου ότι η ιστορία της ανθρώπινης σύγκρουσης ΔΕΝ έχει τελειώσει και, επίσης, ότι το διεθνές παιχνίδι ισχύος θα παίζεται εφεξής με ακόμη μεγαλύτερη σφοδρότητα σε μια παγκόσμια σκακιέρα, το ζήτημα είναι πώς θα έπρεπε να σχεδιάζει κανείς ή να σχολιάζει τα μελλοντικά γεωπολιτικά γεγονότα.

Μία από τις προκαταλήψεις, προτιμήσεις ή καθοδηγητικές αρχές μου ενσαρκώνεται στην πεποίθηση ότι η παγκόσμια τάξη διατηρείται μόνον διαμέσου της «ισορροπίας», και όχι όταν περιβάλλεται με απόλυτη εξουσία ένα μόνο άτομο ή μία μόνο χώρα. Υπ’ αυτή την έννοια, θεώρησα ότι αποτέλεσαν πολύ θετικές εξελίξεις, αφενός, το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας της δεκαετίας του 1990 και, αφετέρου, η άφιξη ενός νέου διπολικού ―εάν όχι, σύντομα, πολυπολικού― κόσμου.

Αποτελεί μάλιστα έναν επιπρόσθετο λόγο θαυμασμού για τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, το γεγονός ότι συγκεκριμενοποίησε με ενάργεια το κρίσιμο αυτό ζήτημα των ημερών μας, δηλαδή την κατάρρευση της ισορροπίας που είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πράγματι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, «το τέλος της ψυχροπολεμικής στρατηγικής ισορροπίας που βασιζόταν στη διπολικότητα έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό κενό στη ζώνη όπου τα περάσματα Βορρά-Νότου διασταυρώνονται με τα περάσματα Ανατολής-Δύσης».

Οι μελετητές, οι γνήσιοι μελετητές, όταν σκέφτονται, γράφουν ή μιλούν, πρέπει να λένε ό,τι πιστεύουν και να πιστεύουν ό,τι λένε. Οι ιδιότητες αυτές, τις οποίες καθημερινά πασχίζω να κατακτήσω ―πολλές φορές ανεπιτυχώς― με υποχρεώνουν να παραδεχθώ ότι οι Τούρκοι πολιτικοί επιστήμονες τις επέτυχαν πολύ νωρίτερα και καλύτερα από ό,τι οι περισσότεροι στη χώρα μας. Για μένα, λοιπόν, είναι αναντίρρητο ότι οι Τούρκοι ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες διαμόρφωσαν μια νέα και σφριγηλή ταυτότητα για τη χώρα τους πιο σύντομα και πιο επιτυχώς από ό,τι οι Έλληνες ομόλογοί τους για τη δική τους χώρα.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω κατευθυντήριες σκέψεις, θα παρουσιάσω τώρα μερικές καταληκτικές προτάσεις με τη μορφή συμβουλών, τις οποίες διατυπώνω με πλήρη σεβασμό για τις αντίθετες γνώμες που μπορεί να έχουν πολλοί στο ακροατήριό μου.
(α) Μόνον η διανοητική ανεξαρτησία μπορεί να οδηγήσει σε αξιόπιστες πρωτότυπες σκέψεις

Πρώτον, κατά την άποψή μου, το πιο επείγον παγκόσμιο πρόβλημα είναι να επιτύχουν οι ΗΠΑ και η Ρωσία μια λογική διευθέτηση των ανταγωνιστικών συμφερόντων τους. Η ανακοινωθείσα ήδη συμφωνία για τη μείωση των πυρηνικών εξοπλισμών είναι, βεβαίως, ευπρόσδεκτη, αλλά ήταν, επίσης, και αναμενόμενη και, κατά βάση, επιβεβλημένη από τα κοινά τεχνικοοικονομικά συμφέροντα των δύο υπερδυνάμεων.

Εδώ και καιρό, έχω τονίσει ότι, κατά την άποψή μου, αυτό ήταν το υπ’ αριθμόν ένα μέλημα της Αμερικής την παραμονή της εκλογικής νίκης του Obama, όταν οι περισσότεροι σχολιαστές προέκριναν το Αφγανιστάν ή το Ιράν ως τα πλέον επείγοντα ζητήματα. Αν μου επιτρέπεται, διαπιστώνω σήμερα ότι ο ισχυρισμός μου αποδείχθηκε ορθός, καθότι, πράγματι, οι περισσότεροι δρόμοι προς την επίλυση αυτών των τοπικών πολέμων περνούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από τη Μόσχα. Οι πόλεμοι παρατάθηκαν γιατί το Αμερικανικό Κατεστημένο δεν είχε το θάρρος να παραδεχθεί αυτή την πραγματικότητα.

Σήμερα, το γεγονός αυτό αρχίζουν να το συνειδητοποιούν και ορισμένοι Αμερικανοί. Διότι γνωρίζουν όντως ότι, αν σημειώνεται μια κάποια «πρόοδος» ως προς το Αφγανιστάν, αυτή έχει στηριχθεί στην (ιδιοτελή) βοήθεια που τους έχουν δώσει οι Ρώσοι, επιτρέποντάς τους να ανεφοδιάσουν τα στρατεύματά τους χρησιμοποιώντας τον ρωσικό εναέριο χώρο. Το παράδειγμα αυτό αποδεικνύει ότι η ιδιοτέλεια υπαγορεύει ενίοτε σημαντικές αλλαγές στις ακολουθούμενες πολιτικές. Και η ιδιοτέλεια, εδώ, εστιάζεται στο γεγονός ότι ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Αμερικανοί θέλουν να επιτρέψουν σε έναν θρησκευτικό φονταμενταλισμό να γίνει κυρίαρχος στην Κεντρική Ασία.

Δεύτερον, σε πολύ υψηλή θέση της λίστας με τους αθεράπευτους διχασμούς μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής βρίσκεται το ζήτημα της νομιμοποίησης της ένοπλης εισβολής σε ξένες χώρες. Ειδικότερα: είναι άραγε δικαιολογημένη η μεταξύ τους διάσταση απόψεων; Σε ποιες περιπτώσεις δικαιολογείται μια τέτοια επέμβαση ή ένας προληπτικός πόλεμος; Τέλος, ποιος μπορεί να νομιμοποιήσει αυτές τις στρατιωτικές επεμβάσεις προτού γίνουν αποδεκτές;

Κατά τα φαινόμενα, η Αμερική πιστεύει ότι η ισχύς της τής επιτρέπει να λαμβάνει μόνης της τέτοιες αποφάσεις. Η Ευρώπη προτιμά να επιλύει τις διαφορές μέσω διαμεσολάβησης ή νομικής ρύθμισης, καθώς και μέσω της χρήσης του διεθνούς δικαίου. Αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν βασίζονται μόνο στην ιδεολογία αλλά αντανακλούν και την επίγνωση της Ευρώπης ότι δεν μπορεί να συναγωνιστεί την τεχνολογική δύναμη της Αμερικής και ότι ο λαός της δεν συμμερίζεται την προσηλυτιστική μανία που χαρακτηρίζει το αμερικανικό έθνος από καταβολής του. Οι Αμερικανοί, από την άλλη πλευρά, πιστεύουν ότι χάρις στην ισχύ τους μπορούν να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους χωρίς να χρειάζεται να περνούν από τις χρονοβόρες διατυπώσεις που προβλέπουν οι νομικές ή διπλωματικές διαδικασίες.
(β) Η Ρωσία μετακινείται προς ένα οικονομικό καθεστώς περισσότερο φιλελεύθερο;

Όπως ισχυρίστηκε ο Huntington (και διάφοροι άλλοι) πριν από αρκετά χρόνια, οι προκαταλήψεις του παρελθόντος, δικαιολογημένες ή όχι, συνεχίζουν να επηρεάζουν τις αναλύσεις που γίνονται σήμερα, κατά την εποχή του φημολογούμενου/αναμενόμενου μετασχηματισμού της ρωσικής κοινωνίας. Ο αναγνώστης θα σημείωσε, ασφαλώς, την έμφασή μου σε δύο λέξεις, η οποία δείχνει ότι δυσκολεύομαι να βρω τη σωστή λέξη για κάτι το οποίο, εντούτοις, είμαι πεπεισμένος ότι συμβαίνει αυτήν τη στιγμή στο εσωτερικό της Ρωσίας. Και αναφέρομαι στην εξαγγελθείσα (προς το τέλος το 2009) φιλελευθεροποίηση της ρωσικής οικονομίας, την οποία υπαγόρευσαν λόγοι που είναι σε όλους προφανείς. Πρόκειται, πιστεύω, για μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που βρίσκονται εν εξελίξει, η επιτυχής έκβαση της οποίας θα επηρεάσει καθοριστικά τις συμμαχίες των εθνών, ιδίως μεταξύ Ευρώπης και Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τα ζητήματα που εγείρει αυτό το περίπλοκο αλλά κρισιμότατο θέμα είναι πέντε κυρίως. Και τα θέτω, ώστε να τα σκεφτούν και να τα μελετήσουν βαθύτερα οι ενδιαφερόμενοι.

(1) Θα εφαρμοστεί όντως αυτή η φιλελευθεροποίηση στη Ρωσία (δεδομένου ότι και στο παρελθόν ανακοινώθηκαν ανάλογες κινήσεις αλλά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν);

(2) Εάν εφαρμοστεί, θα είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε να προσελκύσει δυτικές επενδύσεις στη Ρωσία;

(3) Τι είναι πιθανό να κάνουν οι Ρώσοι προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτή την αξιοπιστία; Κι επιπλέον, θα μείνουν άραγε σταθεροί στην ανακοίνωσή τους ή μήπως θα την προσπεράσουν εάν σε κάποια φάση το εσωτερικό συμφέρον τούς υπαγορεύσει να υπαναχωρήσουν;

(4) Η εφαρμογή αυτού του «αναπροσανατολισμού» θα αφήσει ανεπηρέαστες τις υπάρχουσες πολιτικές ισορροπίες με το Κρεμλίνο;

(5) Τέλος, πώς ερμηνεύουν σήμερα οι Δυτικοί παρατηρητές όλα αυτά τα ζητήματα, και ειδικά το τελευταίο;

Σε ό,τι αφορά την προτεινόμενη μεταρρύθμιση φιλελευθεροποίησης της ρωσικής οικονομίας, έχουμε ακούσει να γίνεται λόγος για τρεις σειρές μέτρων.

Πρώτον: έχει εκφραστεί η επιθυμία να μετατεθούν από πολλές κρατικές βιομηχανίες οι διευθύνοντες σύμβουλοι που προέρχονται από τον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών (την KGB ή την διάδοχό της, την FSB/Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας) και δεν διαθέτουν επιχειρηματική τεχνογνωσία ή πείρα.

Δεύτερον: είναι επιτακτική η αναγκαιότητα ενός σταθερού νομικού υπoβάθρου το οποίο θα προστάτευε τους ξένους επενδυτές ασκώντας έλεγχο στα λογιστικά στοιχεία, στους φόρους και στις εισαγγελικές αρχές, που κατά το παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν για να «καταστρέψουν» φορείς και επιχειρήσεις που έρχονταν σε διένεξη με το Κρεμλίνο.

Τέλος, κατά τον πλέον φιλόδοξο τρόπο, ακούγεται ότι θα καταργηθούν οι νόμοι του 2007 που απαγόρευαν στους ξένους να επενδύουν σε στρατηγικές ρωσικές βιομηχανίες ή έθεταν συγκεκριμένα όρια στη συμμετοχή τους, η οποία συνήθως δεν έπρεπε να υπερβαίνει το 40% μιας συγκεκριμένης εταιρείας.

Στο τελευταίο αυτό πλαίσιο, παρατηρούμε ότι θα επιτραπεί στους ξένους να αποκτήσουν περισσότερο από το 50% μιας εθνικής βιομηχανίας ή εταιρείας (έστω και στρατηγικής σημασίας) εφόσον η πληρωμή προσλαμβάνει συγκεκριμένες μορφές ― λόγου χάριν, στην περίπτωση των μεγάλων επενδύσεων, ένα ποσοστό της τιμής αγοράς θα μπορούσε να πάρει τη μορφή προσφοράς στη Ρωσία ισότιμων στοιχείων ενεργητικού από δυτικές βιομηχανίες του downstream. Έτσι, οι συμφωνίες «ανταλλαγής μετοχικών μεριδίων» θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον προτιμώμενο τρόπο προσέλκυσης κεφαλαίων και τεχνολογίας στο εσωτερικό της ρωσικής αγοράς, καθώς και δημιουργίας γεωστρατηγικών δεσμών με τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως τη Γερμανία και τη Γαλλία. Αυτή η μέθοδος ήδη άρχισε να τίθεται σε λειτουργία με την Γερμανία και Γαλλία.

Το ζήτημα (4), ανωτέρω, αφορά τον καταμερισμό εξουσιών εντός του Κρεμλίνου, τον οποίο θα μπορούσε κανείς να περιγράψει μόνον ως αδιαφανή και απίστευτα περίπλοκο.
(γ) Φαντασία

Τα ζητήματα που εξέτασα μέχρι τώρα δείχνουν, πιστεύω, ότι είναι αναγκαίο η σκέψη του γεωπολιτικού σχεδιαστή να μην παραμείνει εγκλωβισμένη σε παρωχημένα δόγματα ή στα δεσμά της όποιας ιδεολογίας. Αυτή όμως η μορφή ελευθερίας δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να οδηγήσει στη νέα σκέψη. Ο γεωπολιτικός σχεδιασμός πρέπει επίσης να στηριχθεί στη φαντασία ― στη δημιουργική πλην όμως ελεγχόμενη φαντασία. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα σε εποχές μεταβατικότητας και ραγδαίας αλλαγής, διότι τότε ακριβώς αναδεικνύονται τα μεγαλύτερα οφέλη των νέων πρωτοβουλιών και της πρωτοτυπίας. Πράγματι, οι κρίσεις συχνά οδηγούν στη διαμόρφωση νέων τρόπων σκέψης.

Πού μπορούμε, όμως, να αναζητήσουμε ενδείξεις φαντασίας στα ελληνικά κείμενα γεωπολιτικής; Ενδείξεις ανάγνωσης ―και δη ευρύτατης― υπάρχουν αρκετές. Ενδείξεις, όμως, πρωτότυπης σκέψης εκ μέρους του συγγραφέα (είτε πρόκειται για πολιτικό είτε για επιστήμονα ή λόγιο) υπάρχουν, ομολογουμένως, ελάχιστες.

Ένας δεύτερος λόγος για αυτήν τη θλιβερή κατάσταση είναι ότι τα ελληνικά γεωπολιτικά κείμενα κυριαρχούνται πλήρως από παρωχημένα δόγματα, τη ρομαντική αυταπάτη ότι ο κόσμος αποτελείται από φιλέλληνες ή ανθέλληνες ή, τέλος, από την αδυναμία κατανόησης της ουσίας των πραγμάτων όταν αυτή απειλεί τα προσωπικά συμφέροντα του εκάστοτε σχολιαστή (δημοσιογράφου ή κομματικοποιημένου μελετητή).

Στρέφομαι, λοιπόν, στα δύο κεντρικά θέματα που με ενδιαφέρουν ― τη φαντασία και την πρόγνωση.

Παραμένοντας στη Ρωσία θέτω δύο ερωτήματα:

Πρώτον: στην παρούσα φάση της ανακτήσεως του παλαιού κύρους της, ποιος είναι ο βασικός στόχος της Ρωσίας;

Δεύτερον: πώς είναι πιθανό να επιδιώξει η Ρωσία αυτόν τον στόχο;

Εάν μαντέψουμε ορθά τις απαντήσεις, θα μπορέσουμε να ακολουθήσουμε καλύτερα τις ρωσικές κινήσεις κατά το επόμενο έτος ή την επόμενη διετία∙ να τις ακολουθήσουμε αλλά και ενδεχομένως να διασταυρωθούμε μαζί τους εάν αυτό είναι προς όφελος και των δύο.

Τοποθετώντας και χρησιμοποιώντας αυτούς τους όρους σε ιστορικό πλαίσιο, εικάζω ότι η Ρωσία θα μπορούσε να συνεργασθεί με τη Δύση εάν το ΝΑΤΟ και η ΕΕ σταματούσαν να απειλούν τα ζωτικά συμφέροντά της στην άμεση περιφέρειά της.

Ως εκ τούτου, πρέπει να προσπαθήσουμε να φαντασθούμε όχι τόσο τις λεπτομέρειές μιας τέτοιας αλλαγής αλλά και τι άλλο μπορεί να θέλει η Ρωσία από την Αμερική για να τη βοηθήσει να ξεφύγει από τα σημερινά της προβλήματα, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στο Ιράν. Ακόμη μια φορά, εάν μαντέψουμε ορθά, θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τους Ρώσους να επιτύχουν τους στόχους τους και, ως αντάλλαγμα, θα αποκτήσουμε και εμείς ―ειδικά οι Ευρωπαίοι, αλλά και οι Αμερικανοί― ό,τι χρειαζόμαστε περισσότερο.

Ο αναγνώστης θα έχει προσέξει, ασφαλώς, ότι οι ανωτέρω σκέψεις βασίζονται στην άποψη ότι η σύγκρουση επιλύεται μόνο μέσω της συνεργασίας που γεννιέται μέσα από την ισορροπία, και όχι μέσω της μονόπλευρης επιβολής απόψεων λόγω πραγματικής ή υποτιθέμενης υπεροχής.
Αυτή η διευρωπαϊκή ισορροπία, όμως, θα επιτευχθεί μόνον εφόσον η Ευρώπη απελευθερωθεί πλήρως από την αμερικανική επιρροή, κάτι το οποίο, όμως, ΔΕΝ σημαίνει ότι η Ευρώπη οφείλει εφεξής να υιοθετήσει έκδηλα και έμπρακτα εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ. Παν άλλο. Πολυγαμικότητα κηρύσσω ―στην πολιτική, εννοείται― και όχι μονογαμικότητα.
Για να ανακαλύψουμε τους στόχους της Ρωσίας, τα θεμιτά συμφέροντά της, καθώς και τους τρόπους επίτευξής τους, θα ήταν ίσως πιο ευφάνταστο να στραφούμε εφεξής όχι απλώς στη γεωγραφία, ή στις πραγματικές ή υποθετικές στρατιωτικές απειλές που σχετίζονται με τη γεωγραφία, αλλά στην εντεινόμενη σύμπτωση οικονομικών αναγκών και συμφερόντων.

Σε μια εποχή, λοιπόν, που η Αμερική βρίσκεται αντιμέτωπη με πάμπολλα προβλήματα και η Κίνα δεν έχει ακόμη εδραιώσει τη θέση της ως υπερδύναμη, μοιάζει να έχει έλθει η κατάλληλη στιγμή για τους Ευρωπαίους να προσεγγίσουν τη Ρωσία ― την οποία, προσωπικά, ως μελετητής της ρωσικής κουλτούρας, αρχιτεκτονικής, λογοτεχνίας και θρησκείας, θεωρώ μέρος της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Η στάση αυτή θα ευνοούσε περαιτέρω την επιδίωξη οικονομικής συνεργασίας εντός της ευρύτερης περιοχής της Ευρώπης, αμοιβαίων παραχωρήσεων μεταξύ των δύο ομάδων που δίνουν στους Ρώσους οικονομικό έρεισμα στις αγορές της Δύσης, καθώς και πρόσβαση σε τεράστιους ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους.

Για όσους από εμάς πιστεύουν ότι η ΕΕ χρειάζεται τη ρωσική ενέργεια και ότι η Ρωσία χρειάζεται νέες αγορές και μεγαλύτερη εισροή επιχειρηματικών κεφαλαίων, οι «παραπληρωματικές» αυτές ανάγκες θα ευνοήσουν τη σύναψη στενότερων δεσμών. Δεν πρόκειται για ιμπεριαλισμό, νεοϊμπεριαλισμό ή πολιτική αλληλοβοήθειας, αλλά για μια πολιτική βασισμένη στην ιδέα μιας συναλλαγής που δομείται πάνω στην κοινότητα συμφερόντων και στις αλληλεπικαλυπτόμενες πολιτισμικές κληρονομιές.
ΙV. Περιγραφική γεωπολιτική και προβλεπτική γεωπολιτική: Επίλογος

Κλείνω αυτή την ευρύτατη αλλά, αναπόφευκτα, βιαστική επισκόπηση της επιστήμης της γεωπολιτικής δηλώνοντας ό,τι έχω κατ’ επανάληψη τονίσει και στο παρελθόν. Και εξηγούμαι.

Πρώτον: για να έχει ουσιαστική χρησιμότητα ένα έργο γεωπολιτικής ανάλυσης, θα πρέπει να αποφύγει την υπερβολική θεωρητικοποίηση, αν και, συγχρόνως, όπως προσπάθησα να κάνω εδώ εν συντομία, πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη τα διδάγματα της ιστορίας, όπως μας τα παρουσιάζουν οι ιστορικοί, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι φιλόσοφοι, οι ανθρωπολόγοι και οι οικονομολόγοι.

Δεύτερον: τα γεγονότα και τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιηθούν πρέπει να προέρχονται από συγκεκριμένα γεωπολιτικά ζητήματα και προβλήματα, αλλά πρέπει πάντα και ενσυνείδητα να εξετάζονται λεπτομερώς ώστε να διαπιστώνεται κατά πόσον τα διδάγματα από μία γεωγραφική περιοχή, έναν πόλεμο, ένα επεισόδιο ή μια εποχή μπορούν να μεταφερθούν σε μιαν άλλη χώρα, ένα άλλο πλαίσιο, μιαν άλλη εποχή.

Τέλος, ο γεωπολιτικός σχεδιαστής ή σχολιαστής πρέπει να είναι πρόθυμος να προσπαθήσει να προβλέψει, και όχι μόνο να περιγράψει. Η πρώτη πρακτική ενέχει πολυάριθμους κινδύνους. Για να προβλέψεις, όμως, πρέπει να είσαι πρόθυμος να διακινδυνεύσεις το ενδεχόμενο σφάλματος. Διότι μόνον εάν δεχθείς το ενδεχόμενο σφάλματος θα έχεις την ευκαιρία να αποδειχθείς πρωτότυπος. Διαφορετικά, θα επαναλάβεις απλώς ό,τι έχουν πει και άλλοι πριν από εσένα.

Σε αυτή την αίθουσα μόνο νέες ιδέες έχουν θέση, είτε μας αρέσουν είτε όχι. Αυτή ήταν και η κατευθυντήρια γραμμή που επέλεξα.

Πηγή- Politikon.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες