Αναρτήθηκε από: internationalaffairs1 | 21/10/2011

1946 -ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ – 17/10/2011

Στη Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη η Ελλάδα πιέστηκε από τους συμμάχους να παραιτηθεί από οικονομικές και εδαφικές απαιτήσεις 65 χρόνια πριν

Του Περικλη Χ. Χριστιδη*

Η βιβλιογραφική λήθη στην οποία περιέπεσε η Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη το 1946 στο Παρίσι, αν και έντονα στην εποχή της προβεβλημένη δημοσιογραφικά, ανάγει τις αιτίες της ήδη στην εποχή της έναρξής της, σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ) δεν ήταν πεπεισμένες για τη σκοπιμότητά της, καθώς ήδη από το 1945 είχαν συστήσει το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών που περιελάμβανε τις ίδιες -κάποτε και τη Γαλλία- το οποίο προχωρούσε στη διευθέτηση των ζητημάτων που είχαν προκύψει από τον πόλεμο. Εκτεθειμένες όμως στα μάτια της κοινής γνώμης των χωρών τους, καθώς έτσι αγνοούσαν τους συμμάχους τους στα όπλα, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ θα πιέσουν τη Σοβιετική Ενωση έτσι ώστε να συγκληθεί μια Συνδιάσκεψη έστω περιορισμένης εμβέλειας. Το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών θα διατηρήσει τις αποφασιστικές του αρμοδιότητες, ενώ η Συνδιάσκεψη δεν θα ασχοληθεί με τη Γερμανία, στα ζητήματα της οποίας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η Συνδιάσκεψη θα αφορά μόνο τις συμμάχους της Γερμανίας: την Ιταλία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και τη Βουλγαρία. Από την άλλη μεριά θα βρεθούν οι 21 νικήτριες χώρες του πολέμου, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Οι νικητές του πολέμου δεν είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν τα λάθη της Συνδιάσκεψης του 1919. Υιοθέτησαν μια επιεική στάση απέναντι στους ηττημένους και αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην οικονομική τους ανασυγκρότηση, καθώς πρόθεσή τους υπήρξε να τους συμπεριλάβουν στα υπό διαμόρφωση στρατόπεδα του αρχόμενου Ψυχρού Πολέμου. Η συνύπαρξη πλέον νικητών και ηττημένων στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα κατέστησε τη θέση της Ελλάδας δεινή. Εάν ήθελε να πετύχει όσα διεκδικούσε θα έπρεπε να αντιπαλέψει τόσο τους πρώην πλέον εχθρούς όσο και τους συμμάχους της στους οποίους, τουλάχιστον μέχρι την περίοδο της Συνδιάσκεψης, περιλαμβάνεται και η Σοβιετική Ενωση.

Η Ελλάδα θα τηρήσει παθητική στάση κατά τη Συνδιάσκεψη, καθώς θα εναποθέσει τις ελπίδες της σε πρωτοβουλίες Βρετανών και Αμερικανών όσον αφορά τα αιτήματα που εγείρει. Ακόμη θα είναι αρκετά πειθήνια απέναντι στις συμβουλές των «φίλων» της, κινούμενη μέσα στα όρια που θέτουν. Παρ’ όλα αυτά όμως οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί καθιστούν συχνά φανερό ότι επιθυμούν την Ελλάδα ακόμη πιο συνεργάσιμη. Ουσιαστικά ζητούν να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις της – έναντι της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και εκείνων των οικονομικών. Οι μεγάλοι σύμμαχοι αντιμετωπίζουν τα ελληνικά ζητήματα ως «περιφερειακά» σε σχέση με τα κρίσιμα διακυβεύματα της Συνδιάσκεψης και θεωρούν πως απαιτούν από αυτούς σημαντική διανοητική και σωματική εργασία και βεβαίως χρόνο. Αμερικανοί και Βρετανοί τελικά όχι μόνο δεν θα στηρίξουν τις θέσεις της Ελλάδας, αλλά θα είναι και αρνητικοί απέναντί σ’ αυτές.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί πως οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν αξίζουν μια διακινδύνευση συνεχούς αντιπαράθεσης με τη Μόσχα και το εκδηλώνουν ευθέως. Οι Βρετανοί από την άλλη, δέσμιοι στον ρόλο του κηδεμόνα των ελληνικών κυβερνήσεων, συμφωνούν μεν με τις αμερικανικές θέσεις, δεν έχουν όμως την ευχέρεια να το εκδηλώσουν χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο την επιθυμητή γι’ αυτούς εμπιστοσύνη των Ελλήνων. Με επικοινωνιακό τρόπο επιχειρούν να εμφανίζονται αλληλέγγυοι στα ελληνικά αιτήματα χωρίς όμως να προβαίνουν σε ενέργειες στήριξής τους.

Ψυχροπολεμικά «ιερά» σύνορα

Η Ελλάδα τη χρονιά του 1946, χρονιά που σηματοδοτεί την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, υπήρξε στην πραγματικότητα ένα πεδίο δοκιμών της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Η χώρα διεκδικεί, χωρίς ουσιαστική βοήθεια, όσα θεωρεί ότι της οφείλονται για λόγους ιστορικούς, δικαιοσύνης αλλά και ασφάλειας. Το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων διατηρεί ισχυρή την πεποίθηση πως η χώρα θα πρέπει να ικανοποιηθεί προνομιακά, λόγω της μεγάλης συνεισφοράς της στον πόλεμο. Ομως οι πενιχρές αποζημιώσεις που επιδικάζονται στην Ελλάδα, ακόμη και η απόδοση των Δωδεκανήσων, που είχε προαποφασιστεί, ύστερα από αμερικανική πρόταση, από το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών παρά το έντονο διπλωματικό παρασκήνιο λόγω της έλλειψης συναίνεσης αρχικά των Σοβιετικών, δεν μπορούν να καταστήσουν τη Συνδιάσκεψη στα μάτια των Ελλήνων πετυχημένη.

Η λήξη της Συνδιάσκεψης για την Ελλάδα θα αποτελέσει και λήξη των όποιων εδαφικών διεκδικήσεων είχε από συστάσεώς της ακόμη και για περιοχές που παραδοσιακά διεκδικούσε ως εθνικό έδαφος. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τα σύνορα στην Ευρώπη θα καταστούν «ιερά» και απαραβίαστα. Τις επόμενες δεκαετίες κανένας λόγος, ακόμη και αυτός της «αυτοδιάθεσης», δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει εδαφικές μεταβολές. Η εμπειρία του τελευταίου πολέμου σε συνδυασμό με τον φόβο της ασύλληπτης καταστροφής από μια σύγκρουση των υπερδυνάμεων, θα αποτρέπει κάθε ενέργεια αμφισβήτησης του μεταπολεμικού εδαφικού καθεστώτος.

* Ο κ. Περικλής Χ. Χριστίδης είναι δρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών.

πηγή – http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_2_17/10/2011_411047

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες